Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

Η Αλληλέγγυα Οικονομία: μια διέξοδος ελπίδας μα και ανάγκης

του Σταύρου Παπαϊωάννου*

Εδώ και μερικά χρόνια, έχει στοιχειώσει μέσα μου μια παράγραφος του Μίμη Ανδρουλάκη, από την Γυναίκα της Όγδοης Μέρας, όπου ο συγγραφέας τοποθετεί τον εαυτό του στη θέση ενός νεαρού κρητικού που ξεκινάει από την πατρίδα του, στα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα, για την σημαντικότερη (ίσως) πόλη της εποχής, την Αλεξάνδρεια.   Γράφει λοιπόν:  «Έτσι, …. ξεκίνησα την ανθρώπινη, πνευματική και πολιτική μου περιπέτεια στην ταραγμένη Μεσόγειο στις μέρες της μεγάλης κρίσης του Imperium Romanum.  Από τότε με γοήτευαν οι αιώνες της παρακμής –οι άλλοι, οι χρυσοί αιώνες είναι γεμάτοι βεβαιότητα και αλαζονεία.»

Ο 20ος αιώνας αποτέλεσε το κρεβάτι μιας κοινωνίας η οποία εγκυμονούσε τις ιδέες για το νέο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, ενώ ταλανίζονταν σκληρά από την σήψη του κεφαλαιοκρατικού συστήματος παραγωγής και κατανομής του πλούτου.  Ήταν ένας αιώνας δημιουργίας ενός πλούτου πρωτοφανούς σε ποσότητα κι εξέλιξη, που συνδυάστηκε ταυτόχρονα με την κατακόρυφη αύξηση της ανισότητας, της δυστυχίας, της αναξιοπρέπειας και του τρόμου των εργαζόμενων σε ολόκληρο τον κόσμο και ιδιαίτερα στις χώρες της περιφέρειας..  

Η ιστορία του 20ου αιώνα για τους λαούς των χωρών της καπιταλιστικής μητρόπολης είναι μια ιστορία από μικρές νίκες αλλά και ήττες της αριστερής άποψης και του αριστερού οράματος.  Τελείωσε μάλιστα ιδιαίτερα πικρά, επιτρέποντας στους γνωστούς καλοθελητές διανοούμενους να εκφράσουν την άποψη του τέλους της Ιστορίας και των ιδεολογιών.    Η συζήτηση γύρω από τα θέματα Οικονομίας και Πολιτικής Οικονομίας αναγόρευσε σε απόλυτα θέσφατα, απόψεις που ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν από τη ζωή[1], όπως το ότι
v  «Αν αφήσουμε ελεύθερη (ασύδοτη) την αγορά, τότε αυτή θα δημιουργήσει ανάπτυξη, υγιή ανταγωνισμό, κοινωνία πλήρους απασχόλησης (χωρίς ακούσια ανεργία), με διαρκώς μειούμενο ποσοστό κέρδους και αντίστοιχο όφελος του καταναλωτή»
v  «Ο Δημόσιος  Τομέας δεν μπορεί να είναι παραγωγικός, αλλά βαθειά παρασιτικός και γραφειοκρατικός»[2].  Άρα κάθε δημόσια παραγωγική διαδικασία (εφ’ όσον αποτελεί ζουμερό κερδοσκοπικό φιλέτο) πρέπει να (ξε)πουληθεί στον ιδιωτικό τομέα.

Η ευθύνη όλων μας, καθώς και της Αριστεράς όλων των αποχρώσεων, είναι μεγάλη.  Δεν εξόπλισε τον εργαζόμενο λαό και δεν επικοινώνησε μαζί του τα απαραίτητα ιδεολογικά-πολιτικά-οικονομικά και φιλοσοφικά εργαλεία.  Δεν έθεσε τις βάσεις για την προώθηση του πραγματικά καινούριου που θα σηματοδοτούσε την επίσημη λήξη της σαπίλας και της βαρβαρότητας του παλιού συστήματος.  Δεν ανέλυσε τα φαινόμενα με λόγια που να μπορούν να μπουν στην καρδιά και στο μυαλό των εργαζόμενων, ακόμη και τα πλέον βασικά.   Όπως δεν ανέλυσε επαρκώς το κορυφαίο φαινόμενο των τελευταίων 30 χρόνων:

Βλέποντας η Αστική τάξη πως το ποσοστό κέρδους στην πραγματική οικονομία έχει πιεστεί έντονα, αναζήτησε επενδύσεις με υψηλότερα ποσοστά κέρδους χρηματιστικο-ποιώντας την οικονομία.  Επρόκειτο για το ακριβώς αντίθετο απ’ ό,τι (θεωρητικά) υποστήριζε η αριστερή άποψη:  «Το χρήμα είναι ένα συμβολικό μέσο ανταλλαγής και συμμετρίας (δηλ. συμβολικό μέσο αντιστοίχισης της «πραγματικής» αξίας στο κάθε προϊόν) και δεν μπορεί να δημιουργεί αξίες.  Αυτές μπορούν να δημιουργούνται μόνον από τον σωματικό και διανοητικό μόχθο των εργαζόμενων.»

Με τον τρόπο αυτό ολόκληρος ο κόσμος ενεπλάκη σε έναν κύκλο με δραματική εξέλιξη:  Ο χρηματιστικός τομέας, έχοντας δημιουργήσει έναν πλαστικό και εικονικό πλούτο (17 φορές μεγαλύτερο από τα παγκόσμιο ΑΕΠ), μας δάνειζε με πολύ χαμηλά επιτόκια (βασική επιλογή του σκληρού-παγκόσμιου ευρώ), με τα οποία εμείς αγοράζαμε προϊόντα, αναθερμαίνοντας την πραγματική οικονομία του ευρωπαϊκού κέντρου και πιστεύοντας πως τα χρήματα αυτής της φούσκας είχαν πραγματική αξία (αφού ισοδυναμούσαν με πραγματικά αγαθά).  Μέσα σ’ αυτή την πλάνη οι κυβερνώντες δήλωναν πως το ισχυρότερο χαρτί της χώρας μας ήταν η οικονομία της που αναπτύσσονταν με ταχύτατους ρυθμούς του 4 και 4,5%.  Σήμερα όμως αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε την πραγματική αξία των προϊόντων αυτών, όταν καλούμαστε να τα ξεπληρώσουμε με το αίμα της καρδιάς μας, με την απώλεια και των τελευταίων ψηγμάτων εθνικής ανεξαρτησίας, με το ξεπούλημα της χώρας μας, με την παραχώρηση των πλουτοπαραγωγικών της πόρων, με την περαιτέρω καταστροφή του περιβάλλοντός της, με την υποδούλωση του ανθρώπινου δυναμικού της, καθώς και την χυδαία εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής της κληρονομιάς[3].

Τίποτε απ’όλα αυτά δεν μπορούμε να το επιτρέψουμε.  Το οφείλουμε στις γενιές της Εθνικής Αντίστασης και του 114.   Το οφείλουμε στους άλλους λαούς της Ευρώπης (και όχι μόνον των χωρών της Ευρωπαϊκής περιφέρειας) που στενάζουν κάτω από το βάρος της Νεοφιλελεύθερης εκδοχής του καπιταλισμού, μια και μας έλαχε ο κλήρος να είμαστε ο αδύναμος κρίκος του συστήματος.  Τέλος και πάνω απ’όλα το οφείλουμε στα παιδιά μας.

Σήμερα λοιπόν είναι μια μοναδική ευκαιρία, με την ολοένα αυξανόμενη συνειδητοποίηση των πολιτών αυτής της χώρας, να θέσουμε τις προϋποθέσεις για μια έξοδο από την κρίση σε προοδευτική βάση, για μια έξοδο που θα αντανακλά τα συμφέροντα των μη προνομιούχων αυτής της κοινωνίας και θα είναι σύμφωνη με τα όνειρα και τα οράματα αιώνων.   Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται ένα καίριο πλήγμα στο φιλοσοφικό και ιδεολογικό σύννεφο του νεοφιλελευθερισμού (γνωστό σε πολλούς σαν εποικοδόμημα), το οποίο επιτρέπει την αναπαραγωγή του συστήματος.   Μην γελιόμαστε!   Αν μετά το τέλος της κρίσης αυτής, με τις οποιεσδήποτε υποχωρήσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού (που αναγκαστικά θα υπάρξουν), το ιδεολογικό εποικοδόμημα παραμείνει ζωντανό, οι κρίσεις και οι καταστροφές θα επανέλθουν ταχύτατα.  

Η επιχειρηματολογία της Κυβέρνησης, της αξιωματικής  αντιπολίτευσης και όλων των φανερών ή κρυφών απολογητών του συστήματος έχει σαν βασικό άξονα τη διασπορά του τρόμου.  Της απίστευτης καταστροφής που θα συμβεί στην Πατρίδα μας σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής των τόκων των δανείων.  Διαδίδουν πως στάση πληρωμών θα σημάνει την παύση πληρωμών των μισθών και των συντάξεων των εργαζομένων.   Διαδίδουν πως στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα θα γυρίσει στην δεκαετία του 60, διεγείροντας τα φοβικά και συντηρητικά αντανακλαστικά των «νοικοκυραίων».   Πρόκειται για συνειδητά ψέματα και ανακρίβειες, που βρίσκονται πολύ μακριά από την πραγματικότητα, τα οποία όμως σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό έχουν γίνει πιστευτά από το μέσο πολίτη, μια και επαναλαμβάνονται σαν νομοτελειακές αλήθειες από το σύνολο σχεδόν των αστικών έντυπων και ηλεκτρονικών Μ.Μ.Ε..  

Από την άλλη μεριά, κανείς δεν προσπαθεί να κρύψει πως η διέξοδος προς το συμφέρον των εργαζομένων θα είναι μια διαδικασία πολύ δύσκολη κι επώδυνη.  Μια διαδικασία η οποία:
v  θα απαιτήσει την συνειδητοποίηση του Ελληνικού Λαού, αλλά και των κομμάτων που εκφράζουν την αντικαπιταλιστική άποψη, η οποία θα συμπυκνώνεται στην απόφαση του Λαού μας να πάρει την τύχη του στα χέρια του,
v  θα αναζητήσει και θα κερδίσει την αλληλεγγύη των λαών της Ευρώπης,
v  θα αναδείξει ένα τεράστιο λαϊκό δίκτυο έκφρασης αλληλεγγύης  στα διαρκώς διογκούμενα τμήματα του πληθυσμού που περνούν στην ανεργία και στην απόλυτη ανέχεια.  Ενός δικτύου που δεν θα έχει σχέση με ελεημοσύνη, αλλά θα αποτελεί την έκφραση αυτοοργάνωσης του Ελληνικού λαού και θα επιτρέψει, από τη μια τον εξοστρακισμό των ενδιάμεσων αεριτζήδων και κερδοσκόπων, και από την άλλη, την επιβίωση των ασθενέστερων στρωμάτων.


Μέσα λοιπόν στα πλαίσια του γενικού ξεσηκωμού και της αμφισβήτησης, στις κεντρικές πλατείες και κύρια στην (κάτω) πλατεία Συντάγματος, ο κόσμος έχει ξεπεράσει τα επίσημα κόμματα της Αριστεράς, μη επιτρέποντας στις οποιεσδήποτε ιδεολογικές διαφοροποιήσεις να θέτουν προσκόμματα στην δυνατότητα συζήτησης και οργάνωσης της κοινής δράσης.   Μέσα στην πλατεία είδαμε να συμβαίνουν ξανά:

  1. Η επανεμφάνιση της Ιστορίας μέσα από την πιο φημισμένη ίσως φράση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου: «Η Ιστορία όλων των μέχρι σήμερα κοινωνιών είναι ιστορία των ταξικών αγώνων».
  2. Η επανεμφάνιση της Πολιτικής, με την συνειδητοποίηση της αντίληψης πως:  «Η πολιτική-ιδεολογική εξουσία δεν μπορεί παρά να αποτελεί την πολιτική-ιδεολογική έκφραση της εκάστοτε άρχουσας τάξης, με στόχο την ομαλή λειτουργία και την αναπαραγωγή του συστήματος.»
  3. Η έννοια της συμμετοχικής και της Άμεσης Δημοκρατίας, καθώς και η ανάγκη η Αντιπροσωπευόμενη Δημοκρατία να τείνει όλο και περισσότερο στην Άμεση.   Η υιοθέτηση της απλής αναλογικής, με την κατάργηση του περιοριστικού ορίου του 3% (πανελλήνια) για την είσοδο στη Βουλή.  Η κατάργηση των κομμάτων-μαντριών και της διεφθαρμένης πολιτικής διαπλοκής (στο υποτιθέμενο σχολείο της Δημοκρατίας) στην Τοπική αυτοδιοίκηση[4].
  4. Η έννοια της εργασίας και της παραγωγικής διαδικασίας που στοχεύει πρώτα και κύρια (αν όχι αποκλειστικά) στις ανάγκες της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών.
  5. Η εργασία δεν αντιμετωπίζεται μόνο σαν μια διαδικασία που αποφέρει έναν ικανοποιητικό μισθό στον εργαζόμενο και υψηλά κέρδη στον εργοδότη, αλλά (κύρια) σαν κοινωνική προσφορά.
  6. Η έννοια του Πολίτη, του ανθρώπου δηλαδή που είναι ενημερωμένος σε βάθος, κριτικός με τα παπαγαλάκια, σε πλήρη εγρήγορση, ο οποίος είναι αποφασισμένος να συμμετέχει, παίρνοντας την τύχη του και την τύχη των παιδιών του στα χέρια του.
  7. Τέλος σε πολιτικό επίπεδο έχει αρχίσει να γίνεται φανερό πως η αντιμνημονιακή ρητορική, όταν δεν συνοδεύεται από την κριτική απόρριψη του Νεοφιλελευθερισμού (όταν σε τελική ανάλυση δεν στηρίζεται σε μια αντικαπιταλιστική θέση), είναι απλά η άλλη πρόταση του συστήματος, αν δεν είναι λόγια που φτάνουν μόνον μέχρι την άκρη της γλώσσας.

Με τις παραπάνω σκέψεις προσχώρησα στην Πρωτοβουλία Συνεργασίας για την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία (ΠΡΩ.Σ.Κ.ΑΛ.Ο), πιστεύοντας πως μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική πρωτοβουλία πολιτών, η οποία θα προσπαθήσει να διαδώσει τις αρχές της (κατασυκοφαντημένης) συνεταιριστικής οικονομικής δράσης και οργάνωσης,  δείχνοντας ταυτόχρονα τον δρόμο για μια οικονομική δράση και λειτουργία που να αποτελεί ταυτόχρονα:
v  Ένα σχολείο Άμεσης Δημοκρατίας, και αυτοδιαχείρισης
v  Ένα οικονομικό μοντέλο που δημιουργεί πλούτο χωρίς να αυξάνει τις ανισότητες,
v  Ένα οικονομικό μοντέλο που επικεντρώνεται στον άνθρωπο, δημιουργώντας συνθήκες ασφάλειας οι οποίες θα προκύπτουν από την διαρκή εκδήλωση αλληλεγγύης της κοινότητας προς το κάθε μέλος της, αλλά και προς τον κάθε συνάνθρωπο που την χρειάζεται.
v  Ένα οικονομικό μοντέλο που αναπτύσσει την ποιότητα ζωής των ανθρώπων που συμμετέχουν και των οικογενειών τους.
v  Ένα οικονομικό μοντέλο στο οποίο η οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα λαμβάνει μέριμνα για την βελτίωση των περιβαλλοντικών παραμέτρων.  


Ελπίζω πως η πρωτοβουλία αυτή με τη δράση της και κάθε άλλη συνεισφορά της θα συμβάλει στην αλλαγή αντιλήψεων γύρω από
v  την αναγκαιότητα αλλαγής των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων,
v  την συνεργατικότητα σε κάθε επίπεδο,
v  την υπεροχή των κοινόχρηστων αγαθών απέναντι στα ιδιωτικά.



* Ο Σταύρος Παπαϊωάννου είναι Δρ. Μαθηματικός-Αστροφυσικός, Επικ. Καθηγητής ΤΕΙ Σερρών




[1]   Η αλήθεια είναι πως οι μοναδικές φορές που είδαμε να επιβεβαιώνονται (μερικά) κάποιες από τις απόψεις αυτές, είναι μετά από το τέλος των παγκοσμίων πολέμων, όταν (αφού καταστρέψαμε το μεγαλύτερο μέρος των παραγωγικών δυνάμεων –των παραγωγικών συντελεστών όπως λέγονται στην κλασσική Πολιτική Οικονομία-) η ανάπτυξη που επακολούθησε ήταν ταχύτατη με υψηλότατα ποσοστά κέρδους.  Με τον τρόπο αυτό αποδείχθηκε για άλλη μια φορά πως ο καπιταλισμός είναι συνυφασμένος με τον πόλεμο και την καταστροφή.
[2]   Και είναι θράσος να λέγονται αυτά, ακριβώς από αυτούς που είχαν επί δεκαετίες την ευθύνη του Δημόσιου Τομέα και φρόντισαν (με συνέπεια) να τον εφοδιάσουν με όλα τα σημερινά χαρακτηριστικά του.
[3]  Οι αναγνώστες θα μπορούσαν να έχουν μια ιδέα του φαινόμενου αυτού, παρατηρώντας την περίπτωση της Κροατίας.  Χύθηκε τόσο αίμα για να απαγκιστρωθεί από τα πλαίσια της Γιουγκοσλαβίας, να αποκτήσει την απόλυτη αυτονομία της και να καταφέρει να αναπτυχθεί στα πρότυπα ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους.   Σήμερα, το σύνολο σχεδόν των παραλίων της Αδριατικής ανήκει σε εταιρίες γερμανικών συμφερόντων.  Δυστυχώς για τους Κροάτες, ούτε καν γκαρσόνια δεν έγιναν.  Οι περισσότεροι από τους υπαλλήλους είναι γερμανοί ενώ κάποιοι «τυχεροί» Κροάτες δουλεύουν σαν οικοδόμοι ή κηπουροί…  Οι υπόλοιποι μετατράπηκαν σε ζητιάνοι των μεγάλων αφεντικών.
[4]   Αξίζουν δύο παρατηρήσεις:  α) Το απίστευτο θράσος με το οποίοι οι αρχηγοί των αρχηγικών κομμάτων απαιτούν από τους βουλευτές που διαφωνούν με τις πολιτικές επιλογές του κόμματος, να παραδώσουν την έδρα τους  και  β) Το ότι οι περισσότεροι εκλεγμένοι Δήμαρχοι (που διαθέτουν μια πλειοψηφία 65%) έχουν μια πραγματική εκλογική δύναμη της τάξης του 14-16%, μια και στον 1ο γύρω πέτυχαν ένα ποσοστό της τάξης του 25% με την αποχή να κυμαίνεται στο 50%.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου